Top Definition
A word similar to handful, usually pertaining to hair. When you scrunch something, it becomes a scrunchful.
'He grabbed scrunchfuls of it, grabbing them tightly before letting go and running his hand through even more of the golden locks. '
'She grabbed scrunchfuls of her hair, wondering what the heck to do with the mess of frizz'
από kayla101blue 2 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.