Top Definition
the physical act of defecating, going number 2, shitting or more specifically: the movement of one's bowels resulting in the excretion of fecal matter, typically in a toilet.
Ciarra took matches and spray with her to the bathroom because she was planning on scrunching a grumpy.
από SlowPoke33 8 Σεπτέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×