The unwant depositing of semen in a woman vagina.
My girl friend Mary didn't want sex last night, but I scrunged in her pussy anyway.
από Simone Razzano 21 Φεβρουάριος 2008
(verb) The act of rubbing skin up the wrong way.
I was walking into the cafeteria and went to go give my friend a big hug, then out of nowhere, in the midst of our hug, he just scrunged me !
από Esther Roy 22 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×