Top Definition
type of fetish where a large group of men take turns shitting on a woman's face for both her and all of their sexual pleasure
The scukkake ended when Adam really made a mess on the floor, although Pam wanted it to continue.
από docwhoomph 12 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.