Top Definition
scuko is a person who do bad things
literally: bitch (not a bad word)
- got ice cream?
- only one. its for me.
- scuko!
από divine2007 22 Ιανουάριος 2008
4 Words related to scuko

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×