A state of being that is smaller than puny and larger than nano. If you a sick you are "puny", if you're really sick you're "scule". The short form of miniscule.
Alan started feeling scule right before he broke out in violent diarrhea, nausea, and constant sweating.
από Onassiss McCuien 12 Οκτώβριος 2006
Superior to the word cool
A dolphin talking is not just cool it is scule
από Stevensonston 4 Απρίλιος 2013
A single cigarette of any size.
I like to smoke a scule after a big dinner
από Iam Hawk 14 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×