Top Definition
scunned, to scrape, injury usually losing some layers of skin,
road rash, a scrape, ex. he scunned his knee. he was skateboarding down the driveway and wiped out he really got all scunned up.
από fliparies 23 Μάιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×