Top Definition
Floating hair weave that has strayed from its owner. Usually found in pools or water parks with high concentrations of African Amercians.
<Speedstream> we were at the wave pool @ darien lake
<Speedstream> some weave went by
<Speedstream> i said, aw, it's no big deal...it's only seaweave
από thejammonster 6 Αύγουστος 2008
5 Words related to seaweave

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×