Top Definition
To be drunk enough (after a Long Black Sedan Band show) to pass out and wake up with cigarette butts in your mouth and beer bottle caps embedded into your forhead.
Joe got sedaned and got up close and personal with the floor of Jacoby's restroom.
από Nicotine 11 Μάρτιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.