(verb) To attempt to seduce someone only to end up messing up by falling on your face, tripping, making a weird face or any other form of derping.
Cassidy: I tried to seduce that cute guy at the museum but I accidentally tripped on one of the exhibit ropes.
Liz: Ha! You did a good job at sederping him.
από the mitten 18 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×