Top Definition
A shot of liquor made by combining the semen of 2 or more human males, and a splash of vodka. The semen is harvested immediately prior to serving.
"Bobby and I got really bored with traditional shots, so we jerked each other off and made some sement mixers."
από jFET 19 Ιανουάριος 2014
5 Words related to sement mixer

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.