Top Definition
A phobia characterized by having an uncontrollable fear of injesting semen. Semephobics usually won't injest food that in anyway resembles semen.
This guy doesn't eat creamy white substances because he's a semephobe.
από Mr. Mojo 22 Ιανουάριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×