Top Definition
A combination of sensual(passionately gratifying) and sexual(intimately sexy), creating an extremely pleasurable and highly satisfying word.
Gravy can be sensexual!
από Jacquline/Emily/Cole 21 Οκτώβριος 2008
5 Words related to sensexual

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.