Top Definition
A place made of rock or cut into rock used to bury a dead person in.
They wept as they placed the child's body in the sepulcher. He placed a bouquet of roses at his love's sepulcher each year on her birthday.
από strand 11 Δεκέμβριος 2013
2 Words related to sepulcher

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×