Top Definition

1. The act of sequenching;

2. To sequence DNA using the program "Sequencher";

3. To sequenche
Ex. Maria was excited to sequench her monkey DNA.
από Sladdys 29 Ιούλιος 2009
5 Words related to sequench

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.