Top Definition
When you jizz in a girl's belly button, or on/in another part of their body.

Alternatively defined as cumming anywhere else than naturally intended.
Patrick
"I sequestered all over her face."

Dallas
"Fuckin shit, I knew you weren't the daddy."
από calipark 29 Οκτώβριος 2011
To idolsate or hide.
The judge sequestered the jury from the outside world so they would only hear the information about the case.
από HarryH2112 3 Σεπτέμβριος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×