Top Definition
Unlucky chance. Like serendipity but the action of finding something out completly by unlucky chance.
I tripped over walking in to the front room and broke my wrist, but when I was lying on the floor in agony I found my car keys under the sofa! That's serendopity.
από EvilG 26 Φεβρουάριος 2006
5 Words related to serendopity

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.