Top Definition
something that is both serene and scenic.
The sunset was serenic,
από abac 31 Μάιος 2010
1 more definition
a pastoral vista that is both scenic and serene
We rounded the bend in the canyon and beheld a serenic sunset.
από Paulie Walnuts III 15 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×