Top Definition
A person who serves servant; a person who provides service to a servant
if you're a servant, i'd be a servantor (b/c you're my boss).
από Carolita7 6 Νοέμβριος 2007
5 Words related to servantor

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×