Top Definition
to smoke (usually canabis) or drink (not as commonly referred to as seshing) in a group.

like "sesh" but speaking in the present tense.

can also be shortened to "seshin'"
"Hey man, we're just seshing right now, so I gotta call you back"
"This is definitely the highest I've ever been, seshin' with you guys is rad"
από ella-babe 31 Ιανουάριος 2015
3 Words related to seshing

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.