Top Definition
Some one who is undeniably sexy in the face and probably body too.
Used as adjective.
Tammie-"Damn boy you be sexifyingly hott today."

Dacoda- "Id hit it."
από Dacoda 2 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to sexifyingly

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.