Top Definition
Function: noun
1 : the art or practice of being sexy.
2 : quality or style of the sex.
The JoJo earns high marks in sexmanship for both her looks and her prowess.
από David Nicholas 30 Ιούνιος 2007
5 Words related to sexmanship

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.