Top Definition
1. To be satisfied with the frequency and quality of one's sex life.
2. To show instant satisfaction, generally after sex.
"My man doesn't sextify me in bed anymore."

"Baby, are you sextified?"
#sex #satisfaction #sexified #sexifying #pleasure
από TMM-TBB 16 Οκτώβριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×