One who is not sexually active, or in the current state of a relationship involving sexual activities. Objects which are involved in sexual active are kissing, making out, oral sex, partner masturbation, and sexual intercourse.
louis lawson, sexually deprivation, sexually deprived
από lizlizsk8gr8 5 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×