Top Definition
Shame-less
1.Someone who doesnt care about anything they've done, only what they will do.
1. "That boy is shamelis, he dont even care that he jus' whopped that doods ass."
#shameless #careless #gansta #g #wreckless
από Shamelis 5 Ιούλιος 2006
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×