Top Definition
shanday is to be horny, or to be in a state of sexual arousal
Dead babies make me shanday.
από Rokachan 9 Μάιος 2004
1 more definition
6 Words related to shanday
To like someone
Lisa is shanday for Ben
από Tanya 6 Μάιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×