Top Definition
The act of slapping someone and or violently beating in the face with a chubby penis on or around the facial area, leaving a red mark.
"I can beat someone down with my shapapple."
"my shapapple is legendary I can break spines."
από jean-pierre fortin 19 Ιανουάριος 2008
7 Words related to shapapple

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×