Top Definition
<noun> People who stand in line at a store while the reciept checker marks your reciept. People who do not stand up for their rights.
I flew by all those sheepel and man were they mad!
από Micheal Harvell 15 Σεπτέμβριος 2006
5 Words related to sheepel

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×