Top Definition
sheepface 1. (noun) a vagina

sheepface 2. (adj) pure unadulterated pwnage
"Her sheepface was pretty nasty, but I hit it anyway."

"He mowed down my vagina's long pubic hairs with his teeth, it was so sheepface."
από Mr. sheep face 8 Αύγουστος 2007
5 Words related to sheepface

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×