Top Definition
Leader.
The head of individuals.
A captain of men.
A people's person.
Numero uno de gringos.
The voice of a nation.
I see a shermal over there

He's a shermal

Is that person shermaling?

Did she just shermaled that task?

Jack is shermaler than Rose.
από ladadidadiweliketoparty 8 Οκτώβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×