Top Definition
to shilaculate; to shit and ejaculate simultaneously
I accidentally shilaculated on her head and upper body.

I totally shilaculated on her face and chest.
από josh_the_hartnett 20 Μάιος 2009
5 Words related to shilaculate

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×