Top Definition
(verb) the act of shitting, vomitting, and peeing at the same time as a direct result of being drunk the night before.
Holy hell, I can hear Tara shiomiteeing in her bathroom!
#drunk #hangover #hungover #shomiteeing #hair of the dog #alcohol #beer #vodka #liqour #shit #vomit #peeing #pissing #drinking #alcoholic
από Elllss 22 Φεβρουάριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×