Top Definition
1. A Japanese sword with a wooden sheath the fits seamlessly to the hilt.

2. A belly dancer who also studies martial arts
The samurai acquired a shirasaya from the emperor for his service.
από sighbersylph 4 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.