Top Definition
(n) a set or large breasts, such that they fill out a woman's shirt nicely.
Man, that heet sure has a shirtfull! I want to shoot a load right on those puppies!
από keyshaw 15 Σεπτέμβριος 2004
3 Words related to shirtfull

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.