Top Definition
(noun): a shirtless male, usually overcome by passion
Girl 1: What should I do with a shirtle?
Girl 2: Anything you damn well please
από bbking1205 11 Ιούλιος 2006
1 more definition
similar to awkward turtle. shortened version of the lengthened term awkward shirtle.

may also be spelled shurtle.
did he just pick his nose?
gross. he is such a shirtle.
από Tasha Standford 18 Δεκέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×