Top Definition
Similar in nature to shishkebab.
In essence, a broad that has been penetrated, similar to meat being pierced by a wooden stick
You: I pwned the hell out of that broad
Me: Nice shishkebroad man!
από ODoggio 24 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to shishkebroad

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×