Top Definition
A severe offense to one's sense of propriety or decency; an outrage; a disturbance of function, equilibrium, or mental faculties; a potentially fatal physiological reaction to a variety of conditions.
I nearly shit a cold purple twinkie when I heard of the horrible turn of events.
από nick 20 Μάιος 2006
5 Words related to shit a cold purple twinkie

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.