Top Definition
noun- an emotion equal to or greater than sadness, grief, or sorrow.
a strong feeling induced by or inducing anger or grievance
Losing his job made him so shmiznit that, instead of going home to his wife, the man went to the nearest bar for a drink.
από Connah Denyel 10 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×