Top Definition
to completly lose one's acustommed sensory perceptions with on psychedelic drugs.
Bob was so shnackled he was conversing with spirits in other dimensions after he consumed nine 900 micrograms of LSD-25.
από the shnackledheadaded one 6 Ιούνιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×