Top Definition
The act of shitting and sneezing at the same time.
Jason Liu shneeted in my face and on my lap at the same time, FML!
από gunnhigh123 17 Αύγουστος 2009
The act of pooping your pants and sneezing or picking your nose at the same time.
Cooper was walking down the hallway and shneeted. He then ran to the bathroom with poop in his pants and snot on his shirt.
από Clawson33 22 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.