Top Definition
1. To atack one with ease and at a great advantage
2. To deliver the pain with ease and no loss
3. To go on a drunken rampage of one man mass destruction
We gave those 6 year olds the shockenaw after we stole their candy.
από drunk 9 Απρίλιος 2003
4 Words related to shockenaw

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×