Top Definition
The way shiney things sparkle when moving, ie; shonkling.
Look how the water shonkles where the sun touches it.

Her dress shonkled with each step as she went up to receive her award.
από Missy Elliot 7 Νοέμβριος 2005
5 Words related to shonkles

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.