Top Definition
someone who says something without thinking of the consequences possibly something that saves time or a short cut
"scott wants to leave off the +c wat a shorthead"
από Jenny Adkins 17 Μάιος 2006
5 Words related to shorthead

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×