Top Definition
1. dim-witted/dum/etc.
2. with bad distance vision: unable to see clearly objects that are far away.
1. "Anonymous is so shortsighted."
2. "Anonymous is so shortsighted."
από boingat 16 Ιανουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×