Top Definition
a term that is used usually in Counter-Strike, referring to the same word as shot.
AWW SHIT...i got shotted by that n00b hax0r.
από ATPman 13 Απρίλιος 2004
The past participle of shot, to sell
I went down shepherd bush and shotted bare jakked phones init bruv
από mikethecool 4 Ιούνιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.