Top Definition
v.

To eject part or all of the contents of the stomach through the mouth, usually in a series of involuntary spasmic movements.

Not to be confused with hot soup (n.), which is a delicious and nutritious meal, or man soup (n.), which is certainly not.
"Your odour makes me want to shout soup."
από Gareth Pacho 21 Ιούλιος 2006
1 more definition
slang for Vomiting You shoutsoup
last fryday night on my way home
από DEAN G 29 Ιούνιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×