Top Definition
to have sex; sexual activity during which the erect penis is inserted into the vagina where ejaculation takes place.
Me and Brenda shpafed like mad last night!
από Marco Marchese 29 Οκτώβριος 2007
8 Words related to shpaf

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.