Top Definition
A loud social gathering, or party, as of invited guests at a private home, for entertainment. Formed when combining a bang with a shpiel.
Fred had a hell of a New Years shpegang!
από Bibbert 5 Ιανουάριος 2010
6 Words related to shpegang

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.