Top Definition
1. n. Semen
2. v. To expel semen our of one's penis
1. v. I shpiched all over her tits.
2. n. Please try not to get any shpich insude me.
από ianamalsu 21 Αύγουστος 2007
5 Words related to shpich

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.