Antsy, excited, nervous
I am so excited about going to the Morrissey Concert that I have been on Shpilkas all day!
από Not A Shiksa 30 Οκτώβριος 2003

8 Words Related to shpilkas

Noun. Usually refers to something spilled or accidentally placed upon something else which would not normally have that substance on it.
"Damn. I got shpilkas on my gannectagazoint"
από bojangles8885 17 Φεβρουάριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×